Ψυχογενής βουλιμία

Οι «διαταραχές πρόσληψης τροφής» είναι συχνές καταστάσεις, που συνήθως ξεκινούν κατά τα πρώτα εφηβικά χρόνια και κορυφώνονται στα πρώτα έτη της ενηλίκου ζωής. Πρόκειται ουσιαστικά για δύο παθήσεις, την ψυχογενή ανορεξία και την ψυχογενή βουλιμία, οι οποίες έχουν πολλά κοινά σημεία, με κυριότερο την προσπάθεια ελέγχου του σωματικού βάρους που οφείλεται στην παθολογική αντίληψη σχετικά με το σχήμα του σώματος μας. Οι αντιλήψεις αυτές πηγάζουν από πολιτιστικά πρότυπα που υπαγορεύουν το ιδανικό βάρος και την ιδανική σωματική εμφάνιση.
ων.

Σε ποιους εμφανίζεται και σε ποια ηλικία;

  • Τα κορίτσια εμφανίζουν πολύ συχνότερα βουλιμικές διαταραχές από ότι τα αγόρια. Αυτό το  φαινόμενο τείνει να εξαλείφεται όσο  πιο μικρή είναι η ηλικία έναρξης της διαταραχής.
  • Το ποσοστό των πάσχουσων από την κατάσταση αυτή ίσως να αγγίζει ακόμα και το 10% .
  • Η έναρξη των συμπτωμάτων είναι  συνήθως κατά την διάρκεια της εφηβικής ηλικίας και σπανίως νωρίτερα. Η επιθυμία των εφήβων να έχουν ένα αδύνατο σώμα παίρνει την μορφή κοινωνικής επιταγής που επιβάλλει την διατήρηση του σχήματος του σώματος σύμφωνα με τα προβαλλόμενα πρότυπα. Ταυτόχρονα, για τις έφηβες η αλλαγή της κατανομής λίπους και η φυσιολογική ανάπτυξη που συντελείται στο σώμα τους ερμηνεύεται ως ανεπιθύμητη διαταραχή του σχήματος του σώματος, που ακινητοποιεί μηχανισμούς αυτοελέγχου οι οποίοι ετοιμάζουν το έδαφος για την εκδήλωση των διαταραχών πρόσληψης τροφής.

Ποιοι είναι πιθανό να πάσχουν από βουλιμία;

  • Σύμφωνα με τις μελέτες, τα άτομα που πάσχουν από τέτοιες διαταραχές εμφανίζουν σε μεγαλύτερο ποσοστό  ιστορικό σεξουαλικής  ή σωματικής κακοποίησης, παχυσαρκίας των γονέων, κατάχρησης ουσιών, ενώ από άποψη ψυχολογίας εμφανίζουν συνηθέστερα κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση, τελειομανία και διαταραχές των ενδο-οικογενειακών σχέσεων.
  • Άτομα που απασχολούνται υπερβολικά με το σώμα και το σωματικό τους βάρος.
  • Παιδιά που έχουν παρουσιάσει επαναλαμβανόμενα επεισόδια υπερβολικής πρόσληψης τροφής και προσπάθειες ακύρωσης των συνεπειών που έχει αυτή η βουλιμική κατανάλωση τροφής μέσω διαφόρων μέτρων. Τα επεισόδια υπερβολικής πρόσληψης τροφής θα πρέπει να εμφανίζονται τουλάχιστον 2 φορές μέσα σε μία εβδομάδα, για διάστημα 3 μηνών, προκειμένου να διαγνωσθεί επίσημα βουλιμική διαταραχή.

Πότε η βουλιμία είναι παθολογική?

Όταν το άτομο καταλαμβάνεται από ακατανίκητη επιθυμία να φάει, αλλά ο τρόπος κατανάλωσης της τροφής μπορεί να φοβίζει ή ακόμα και να είναι επώδυνος για την ίδια την πάσχουσα. Τα επεισόδια βουλιμίας μπορεί να σχετίζονται με περιόδους συναισθηματικών κρίσεων αλλά και από την τάση αποφυγής του φαγητού. Η τάση αυτή προκαλεί την παραμονή του ατόμου σε κατάσταση «ημι - ασιτίας» αλλά το μυαλό του είναι συνέχεια απασχολημένο με το φαγητό με αποτέλεσμα όταν βρεθεί τροφή, η πρόσληψη της να γίνεται με λαίμαργο τρόπο. Τα συναισθήματα που εμφανίζει η πάσχουσα κατά την διάρκεια ενός βουλιμικού επεισοδίου, κυμαίνονται από άτομο σε άτομο, αλλά σε όλες κυριαρχεί το αίσθημα έλλειψης αυτοελέγχου. Μετά το επεισόδιο ακολουθεί ψυχολογική αναστάτωση ή αποστροφή προς τον εαυτό της. Μπροστά στον κόσμο οι πάσχουσες φαίνονται να έχουν φυσιολογικές συνήθειες φαγητού ή απλά να  προσέχουν την δίαιτα τους. Τα επεισόδια βουλιμίας συνήθως εμφανίζονται στο σπίτι. Έτσι, το πρόβλημα και το ψυχολογικό φορτίο της πάσχουσας μπορεί να κρατηθεί εύκολα μυστικό.

ΨΥΧΟΓΕΝΗΣ ΒΟΥΛΙΜΙΑ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΒΑΡΟΣ

Οι πάσχουσες από ψυχογενή βουλιμία μπορεί να διατηρούν φυσιολογικό σωματικό βάρος καθώς αποκαθιστούν μία εύθραυστη ισορροπία μεταξύ των επαναλαμβανόμενων επεισοδίων βουλιμίας και της επιμονής σε μέτρα αυτοσυγκράτησης ή απομάκρυνσης των παραπανίσιων θερμίδων μέσω υπερβολικής σωματικής άσκησης, προκλητών εμετών, ή της χρήσης των φαρμάκων όπως διουρητικών και καθαρτικών. Τελευταία, έχει παρατηρηθεί επίσης το φαινόμενο κατάχρησης φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της παθολογικής παχυσαρκίας (φάρμακα που μειώνουν την απορρόφηση λίπους από το έντερο). Στην πραγματικότητα, το σωματικό βάρος τείνει να παρουσιάζει ευρεία διακύμανση. Σε αντίθεση δηλαδή με ότι πιστεύεται, οι πάσχουσες από ψυχογενή βουλιμία δεν είναι παχύσαρκες, αντίθετα θεωρούν πως είναι αδύνατες και η πίστη αυτή προσλαμβάνει ψυχοπαθολογικό χαρακτήρα.

ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΚΑΙ ΒΟΥΛΙΜΙΑ

Η διάκριση μεταξύ ψυχογενούς ανορεξίας και ψυχογενούς βουλιμίας γίνεται με βάση το σωματικό βάρος της πάσχουσας, που στις περιπτώσεις τις ψυχογενούς ανορεξίας είναι μειωμένο κατά του 85% του φυσιολογικού, βάση την ηλικία και το φίλο. Η ψυχογενής βουλιμία θεωρείται ελαφρύτερη κατάσταση από την ψυχογενή ανορεξία, καθώς η δεύτερη μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στον θάνατο από ασιτία.

ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι απορρέουν από τις πράξεις που η πάσχουσα επινοεί προκειμένου να μειώσει τον κίνδυνο αύξησης του σωματικού της βάρους. Έτσι, η πρόκληση εμετού που συνήθως γίνεται με το δάχτυλο, μπορεί να προκαλέσει με την σειρά της ρήξη του σημείου όπου ο οισοφάγος ενώνεται με το στομάχι και ενδεχομένως, αιμορραγία. Από την άλλη, η συχνή αποβολή του στοματικού περιεχομένου (εμετοί) μπορεί να έχει σοβαρότατες συνέπειες στον οργανισμό όπως αδυναμία, αρρυθμίες, θόλωση συνείδησης, σπασμοί.

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΟΓΝΩΣΗ


Σύμφωνα με αρκετές μελέτες, περίπου η 1 στις 2 πάσχουσες εμφανίζει σημαντική βελτίωση της κατάστασης μέσα σε μία δεκαετία. Εάν συνυπάρχουν σοβαρές ψυχολογικές διαταραχές η πρόγνωση επιδεινώνεται. Περίπου 1 στις 5 αναμένεται ότι θα εξακολουθεί να έχει συμπτώματα παρά την θεραπεία. Είναι σημαντικό, στην περίπτωση διάγνωσης της πάθησης ο ψυχίατρος  να αξιολογήσει τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, καθώς πολλές διαταραχές του χαρακτήρα μπορεί να συνδυάζονται με την πάθηση και να επηρεάζουν αρνητικά τις απόπειρες θεραπείας.

ΟΙ ΕΝΔΕΔΕΙΓΜΕΝΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ


Οι σοβαρές περιπτώσεις θα πρέπει να αντιμετωπίζονται παράλληλα από ομάδα ειδικών όπου θα πρέπει να περιλαμβάνει παθολόγο, διαιτολόγο και ψυχίατρο – ψυχοθεραπευτή καθώς οι ψυχοθεραπείες είναι ο καλύτερος τρόπος προσέγγισης. Στην ψυχογενή βουλιμία σπάνια χρησιμοποιούνται φάρμακα, αν και σε μερικές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται αντικαταθλιπτικά. Το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι εάν η φαρμακευτική θεραπεία δεν συνδυαστεί με κατάλληλη ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, η πάθηση γρήγορα υποτροπιάζει μετά την διακοπή των φαρμάκων.